Μετάφραση του "Inkontinenz" σε Ελληνικά

Το ακράτεια είναι η μετάφραση του "Inkontinenz" σε Ελληνικά.

Inkontinenz Noun γραμματική

Unvermögen, Harn od. Stuhl zurückzuhalten

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακράτεια

    noun feminine

    Es trat Inkontinenz ein, doch es wurde kein Urin gefunden.

    Ξέρουμε ότι είχε ακράτεια. Αλλά δεν βρέθηκαν ούρα στη μοκέτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Inkontinenz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Inkontinenz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη