Μετάφραση του "Insel" σε Ελληνικά
Οι νησί, νήσος, απομονώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Insel" σε Ελληνικά.
Eine Landmasse, die vollständig von Wasser umgeben ist; besonders eine Landmasse, die kleiner ist als ein Kontinent.
-
νησί
noun neuterγη περιβαλλόμενη από νερό [..]
Sumatra ist eine Insel.
Η Σουμάτρα είναι νησί.
-
νήσος
noun feminineEine Landmasse, die vollständig von Wasser umgeben ist; besonders eine Landmasse, die kleiner ist als ein Kontinent.
Die künstliche Insel soll als „Hubhafen“ für Containerschiffe unterschiedlicher Größe dienen.
Η τεχνητή νήσος πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως λιμάνι μεταφόρτωσης για πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων διαφόρου χωρητικότητας.
-
απομονώνω
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Insel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"insel" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το insel στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Insel"
Φράσεις παρόμοιες με "Insel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ντεσβεντουράδας Νήσοι
-
Νησί του Πέτρου Α’
-
Τοκελάου
-
ερημονήσι
-
κανάριες νήσοι
-
Επτάνησα · Επτάνησος · Ιόνια νησιά · Νήσοι Ιονίου Πελάγους · Περιφέρεια Ιόνιων νησιών · νησιά του Ιονίου
-
Κλίππερτον Νήσος
-
Småland και Νήσοι