Μετάφραση του "Insomnie" σε Ελληνικά

Το αϋπνία είναι η μετάφραση του "Insomnie" σε Ελληνικά.

Insomnie

Insomnie (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αϋπνία

    noun feminine

    Schwierigkeit einzuschlafen oder genug zu schlafen.

    Leidet man an Insomnie, schläft man nie richtig

    Όταν πάσχεις από αϋπνία, ποτέ δεν κοιμάσαι πραγματικά

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Insomnie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Insomnie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη