Μετάφραση του "Insuffizienz" σε Ελληνικά

Το ανεπάρκεια είναι η μετάφραση του "Insuffizienz" σε Ελληνικά.

Insuffizienz Noun γραμματική

Insuffizienz (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεπάρκεια

    Noun

    Die respiratorische Insuffizienz sowie das Erythem klangen vollständig ab

    Η αναπνευστική ανεπάρκεια και το ερύθημα παρήλθαν πλήρως

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Insuffizienz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Insuffizienz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη