Μετάφραση του "Interdependenz" σε Ελληνικά
Το αλληλεξάρτηση είναι η μετάφραση του "Interdependenz" σε Ελληνικά.
Interdependenz
noun
feminine
Dependenz (fachsprachlich)
-
αλληλεξάρτηση
Noun feminineIch bin für einen pragmatischen Ansatz, der auf Interdependenz basiert.
Τάσσομαι υπέρ μιας ρεαλιστικής προσέγγισης που βασίζεται στην αλληλεξάρτηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Interdependenz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
interdependenz
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"interdependenz" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το interdependenz στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη