Μετάφραση του "Internierung" σε Ελληνικά

Οι απομόνωση, περιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Internierung" σε Ελληνικά.

Internierung noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απομόνωση

    noun
  • περιορισμός

    noun

    Er wurde bald darauf zu fünf Jahren internim (Internierung) in Gramsh verurteilt, weit weg von Frosina und den Kindern.

    Σύντομα καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια ιντερνίμ (περιορισμό) στο Γκράμσι, μακριά από τη Φροσίνα και τα παιδιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Internierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Internierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη