Μετάφραση του "Isolation" σε Ελληνικά
Οι απομόνωση, μόνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Isolation" σε Ελληνικά.
Isolation
noun
feminine
γραμματική
Segregation (gehoben)
-
απομόνωση
noun feminineWer sich räumlich absondert, gerät leicht in soziale Isolation.
Η σωματική απομόνωση οδηγεί εύκολα σε κοινωνική απομόνωση.
-
μόνωση
nounDie Isolation muss für alle Systemspannungen geeignet sein.
Η μόνωση είναι επαρκής για όλες τις τάσεις δικτύου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Isolation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Isolation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικολογική απομόνωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη