Μετάφραση του "Isomer" σε Ελληνικά
Οι ισομερές, ισομερής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Isomer" σε Ελληνικά.
Isomer
noun
neuter
γραμματική
chemische Verbindung, die sich trotz der gleichen Anzahl gleichartiger Atome im Molekül durch deren Anordnung von einer entsprechenden anderen Verbindung unterscheidet
-
ισομερές
neuterIsomer 2 ist daher als Verunreinigung zu betrachten, die als unvermeidliches Ergebnis der Herstellung des Isomers 1 entsteht.
Το ισομερές 2 μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως κατάλοιπο που είναι αναπόφευκτο κατά την παρασκευή του ισομερούς 1.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Isomer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
isomer
-
ισομερής
Adjective
Φράσεις παρόμοιες με "Isomer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ορθο-ισομερές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη