Μετάφραση του "Israelit" σε Ελληνικά
Το Ισραηλίτης είναι η μετάφραση του "Israelit" σε Ελληνικά.
Israelit
noun
masculine
-
Ισραηλίτης
Er war kein geborener Israelit, aber er war ein eifriger Anbeter des wahren Gottes.
Δεν ήταν φυσικός Ισραηλίτης, αλλά ήταν ζηλωτής υπέρ της ορθής λατρείας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Israelit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη