Μετάφραση του "Jahre" σε Ελληνικά
Το χρονών είναι η μετάφραση του "Jahre" σε Ελληνικά.
Jahre
noun
-
χρονών
nounEinheit für das Alter
Sie kam nach Tokio, als sie achtzehn Jahre alt war.
Ήρθε στο Τόκιο όταν ήταν δεκαοκτώ χρονών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Jahre " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Jahre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σε ηλίκια
-
τεσσεράμισι χρόνια
-
τα τελευταία χρόνια
-
κάθε τρία χρόνια
-
κατά την τελευταία τετραετία
-
δεκαετία · στη δεκαετία · στην δεκαετία του 80
-
οκταετία
-
επταετία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη