Μετάφραση του "Kalenderwoche" σε Ελληνικά
Το ημερολογιακή εβδομάδα είναι η μετάφραση του "Kalenderwoche" σε Ελληνικά.
Kalenderwoche
noun
feminine
γραμματική
-
ημερολογιακή εβδομάδα
Das Ausgangspapier gilt unbeschadet besonderer Maßnahmen jeweils für eine bestimmte Kalenderwoche.
Το έγγραφο εξόδου ισχύει για δεδομένη ημερολογιακή εβδομάδα, με την επιφύλαξη των ειδικών μέτρων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Kalenderwoche " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη