Μετάφραση του "Kalligraphie" σε Ελληνικά

Το καλλιγραφία είναι η μετάφραση του "Kalligraphie" σε Ελληνικά.

Kalligraphie noun feminine γραμματική

Die Kunst des Schönschreibens.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλιγραφία

    noun feminine

    Die Kunst des Schönschreibens.

    Dies ist es, was mir die Kalligraphie zeigte.

    Αυτό ήταν κάτι που συνειδητοποίησα μέσα από τις σπουδές μου στην καλλιγραφία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kalligraphie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kalligraphie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη