Μετάφραση του "Kaufen" σε Ελληνικά
Οι αγορά, αγοράζω, ψωνίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kaufen" σε Ελληνικά.
-
αγορά
nounTom kauft sein Gemüse lieber auf dem Wochenmarkt als im Supermarkt.
Ο Τομ προτιμά να αγοράζει τα λαχανικά του στη λαϊκή αγορά παρά στο σούπερ μάρκετ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Kaufen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
shoppen (umgangssprachlich) [..]
-
αγοράζω
verbEtwas durch Austausch von Gütern oder Zahlung einer Geldsumme erwerben.
Er war arm und konnte es nicht kaufen.
Αυτός ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να το αγοράσει.
-
ψωνίζω
verbWir sollten erst mal nachdenken, bevor wir was kaufen.
Ίσως θα έπρεπε να σκεφτούμε λίγο περισσότερο πριν ψωνίσουμε.
-
αποκτώ
verbVor allem junge Menschen können sich immer seltener ein sicheres, neues Fahrzeug kaufen.
Ειδικότερα, οι νέοι θεωρούν όλο και περισσότερο ότι δεν μπορούν αποκτήσουν καινούργια, ασφαλή οχήματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγοράξω
- δωροδοκώ
- αγόρασα
- πληρώνω
Εικόνες με "Kaufen"
Φράσεις παρόμοιες με "Kaufen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγοράζω γουρούνι στο σακί
-
αγοράζω γουρούνι στο σακί
-
in Kauf nehmen = akzeptieren
-
αγορά · αγοραπωλησία · παζάρι · πράξη αγοράς · προμήθεια
-
η τσάντα είναι μια καλή αγορά
-
Das kauf ich ihm nicht ab = Das glaube ich ihm nicht · δεν το χάβω
-
δεν το χάφτω
-
αγορά · αγοράζω · αγοράξω · αποκτώ