Μετάφραση του "Keim" σε Ελληνικά

Οι μικρόβιο, έμβρυο, βάκιλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Keim" σε Ελληνικά.

Keim noun masculine γραμματική

Keimling (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μικρόβιο

    verb neuter

    Ein pathogener Mikroorganismus.

    Dringt der Keim durch den Mund ein, ist er unschädlich.

    Αν το μικρόβιο εισέλθη από το στόμα, είναι αβλαβές.

  • έμβρυο

    noun neuter

    So wie der Vorschlag jetzt lautet, ist es der Keim zu einem Europa ohne Grenzen, das in Regionen aufgeteilt ist.

    Η πρόταση, με τη μορφή που έχει σήμερα, αποτελεί το έμβρυο για μια Ευρώπη χωρίς σύνορα διαιρεμένη σε περιοχές.

  • βάκιλος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βλαστός
    • φύτρα
    • σπέρμα
    • σπόρος
    • φύτρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Keim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

keim verb
+ Προσθήκη

"keim" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το keim στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Keim"

Φράσεις παρόμοιες με "Keim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Keim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη