Μετάφραση του "Kelten" σε Ελληνικά

Οι Κέλτες, Κέλτικος πολιτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kelten" σε Ελληνικά.

Kelten noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κέλτες

    noun

    In alter Zeit waren die Kelten als tapfere, verwegene Krieger bekannt.

    Στην αρχαιότητα, οι Κέλτες ήταν γνωστοί ως γενναίοι πολεμιστές, προικισμένοι με μεγάλη σωματική δύναμη.

  • Κέλτικος πολιτισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kelten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kelten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη