Μετάφραση του "Kerl" σε Ελληνικά

Οι αγόρι, βλάκας, γκόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kerl" σε Ελληνικά.

Kerl noun masculine γραμματική

männliche Person (Amtsdeutsch) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun neuter

    Crockett, ich entführe zum ersten Mal einen Kerl.

    Crockett, αυτή είναι η πρώτη φορά που απάγω ένα αγόρι.

  • βλάκας

    noun

    Mädchen müssen das sagen, wenn sie irgendeinen Kerl treffen.

    Τα κορίτσια πρέπει να πουν ότι έχουν φίλο όταν θα συναντηθούν τυχαία με κάποιον βλάκα.

  • γκόμενος

    noun

    Dummerweiße war der Freund von diesem Kerl, ebenfalls sehr Eifersüchtig.

    Δυστυχώς ο γκόμενος τού τύπου ήταν επίσης ζηλιάρης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μάγκας
    • παλιάνθρωπος
    • παλικάρι
    • τύπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kerl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kerl"

Φράσεις παρόμοιες με "Kerl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kerl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη