Μετάφραση του "Kernkraft" σε Ελληνικά

Οι πυρηνική δύναμη, πυρηνική ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kernkraft" σε Ελληνικά.

Kernkraft noun feminine γραμματική

starke Kernkraft (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυρηνική δύναμη

    Und diese Jungs hier sind die schwache Kernkraft, die vielleicht am wenigsten bekannt ist.

    και αυτοί εδώ οι τύποι, είναι η ασθενής πυρηνική δύναμη.

  • πυρηνική ενέργεια

    feminine

    Wir können die Kernkraft nicht aufgeben, nur weil wir nicht alles über sie wissen.

    Καταργούμε τη πυρηνική ενέργεια επειδή δεν έχουμε όλες τις γνώσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kernkraft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kernkraft"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kernkraft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη