Μετάφραση του "Kichern" σε Ελληνικά

Οι νευρικό γέλιο, χαχανίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kichern" σε Ελληνικά.

Kichern noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νευρικό γέλιο

    Da haben beide plötzlich den gleichen Gedanken; sie fangen an zu kichern, zu lachen und fassen dann einen Entschluß.

    Συγκεντρώνουν τις σκέψεις τους, και ξεσπούν σ’ ένα νευρικό γέλιο και μια απόφαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kichern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

kichern verb γραμματική

gickeln (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαχανίζω

    verb

    Ich kichere, lache leise, laut.

    Κρυφογελώ, χαχανίζω, σκάω στα γέλια.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kichern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη