Μετάφραση του "Kindergeld" σε Ελληνικά

Οι επίδομα παιδιού, οικογενειακό επίδομα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kindergeld" σε Ελληνικά.

Kindergeld noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίδομα παιδιού

    3) ein Kind, für welches der Erwerbstätige Kindergeld bezieht oder beziehen könnte.

    3. κάθε παιδί για ο οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται ή μπορεί να δικαιούται επίδομα παιδιού 7

  • οικογενειακό επίδομα

    Er bezog in Spanien Kindergeld für seine drei unterhaltsberechtigten Kinder, bis diese das Volljährigkeitsalter erreicht hatten.

    Ο προσφεύγων ελάμβανε στην Ισπανία οικογενειακό επίδομα για τα τρία συντηρούμενα τέκνα του μέχρι την ενηλικίωσή τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kindergeld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kindergeld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη