Μετάφραση του "Kippen" σε Ελληνικά

Οι ανατροπή, αδειάζω, γέρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kippen" σε Ελληνικά.

Kippen noun
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανατροπή

    Noun

    mit einer Einrichtung, die verhindert, dass das Flurförderzeug kippt, oder

    είτε διά συστήματος που εμποδίζει τυχόν ανατροπή του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kippen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

kippen verb γραμματική

stampfen (Schiff) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδειάζω

    Verb verb
  • γέρνω

    verb

    Die Kamera kippt hoch, kurz bevor er den Ausschalter betätigt.

    Η κάμερα γέρνει προς τα πάνω ακριβώς πριν την κλείσει.

  • χύνω

    verb

    Damit du noch mehr Wein in die Suppe kippst und mich blamierst?

    Για να χύνεις το κρασί στο πιάτο και να με ντροπιάζεις;

Φράσεις παρόμοιες με "Kippen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποτσίγαρο · γόπα · πούρο · σκουπιδότοπος · χωματερή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kippen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη