Μετάφραση του "Kirchhof" σε Ελληνικά

Οι νεκροταφείο, κοιμητήριο, κοιμητήρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kirchhof" σε Ελληνικά.

Kirchhof noun masculine γραμματική

Leichenhof (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεκροταφείο

    noun neuter

    Ort bzw. Fläche, wo Tote begraben werden.

  • κοιμητήριο

    noun neuter

    Ort bzw. Fläche, wo Tote begraben werden.

  • κοιμητήρι

    noun
  • κοιμοιτεριον

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kirchhof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kirchhof"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kirchhof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη