Μετάφραση του "Klarheit" σε Ελληνικά

Οι διαύγεια, σαφήνεια, βεβαιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Klarheit" σε Ελληνικά.

Klarheit noun Noun feminine γραμματική

etw. klar Erkennbares

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαύγεια

    noun feminine

    Sicher hat sie diese spirituelle Klarheit von mir.

    Πιθανώς πήρε αυτή την πνευματική διαύγεια από εμένα.

  • σαφήνεια

    feminine

    Wenn diese Selbstverständlichkeit heute noch einmal ausdrücklich bestätigt wird, kann das der Klarheit nur zugute kommen.

    Είναι μεν αυτονόητο, αλλά η σημερινή επιβεβαίωση θα συμβάλει στην απόλυτη σαφήνεια.

  • βεβαιότητα

    noun

    Die Flexibilität muß durch entsprechende Rechtssicherheit und Klarheit abgestützt werden.

    Η ελαστικότητα πρέπει να αντισταθμίζεται με νομική βεβαιότητα και σαφήνεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαφάνεια
    • ενάργεια
    • ευκρίνεια
    • καθαρότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Klarheit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Klarheit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Klarheit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη