Μετάφραση του "Klausel" σε Ελληνικά

Οι ρήτρα, όρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Klausel" σε Ελληνικά.

Klausel noun feminine γραμματική

Etwas, das als Bedingung für eine Vereinbarung festgesetzt wird. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρήτρα

    noun feminine

    Dementsprechend besteht der Effekt dieser Klausel zumindest indirekt auch darin, den Verbraucher zu schützen.

    Η συγκεκριμένη ρήτρα έχει, συνεπώς, ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον έμμεσο, την προστασία του καταναλωτή.

  • όρος

    noun masculine

    Die zweite Klausel ist, dass der Name des Wohltäters streng geheim bleibt.

    Και ο δεύτερος όρος, είναι ότι το όνομα του γενναιόδωρου ευεργέτη θα παραμείνει βαθύ μυστικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Klausel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Klausel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Klausel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη