Μετάφραση του "Kleinkind" σε Ελληνικά

Οι βρέφος, νήπιο, μωρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kleinkind" σε Ελληνικά.

Kleinkind noun neuter γραμματική

neuer Erdenbürger (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρέφος

    noun neuter

    Kleidung und Bekleidungszubehör, aus Gewirken oder Gestricken, für Kleinkinder

    Ενδύματα και συμπληρώματα της ένδυσης, από πλεκτό, για βρέφη

  • νήπιο

    noun neuter

    Es sieht so aus, als hätte ein Kleinkind etwas auf eine Tafel gekritzelt.

    Λες κι ένα νήπιο πήρε Α σε σκίτσο χαρακτικής.

  • μωρό

    noun neuter

    Kyoto ist ein Kleinkind, das im Alter von vier Jahren laufen gelernt hat.

    Το Κυότο είναι ένα μωρό που έμαθε να περπατά στα τέσσερα χρόνια του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleinkind " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kleinkind" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη