Μετάφραση του "Klientel" σε Ελληνικά
Το πελατεία είναι η μετάφραση του "Klientel" σε Ελληνικά.
Klientel
noun
Noun
feminine
neuter
γραμματική
Kunde (österr.) [..]
-
πελατεία
noun feminineBei dieser Klientel lebt er vielleicht länger, wenn er sich möglichst unauffällig verhält.
Με τέτοια πελατεία, πιστεύει ότι έτσι θα είναι πιο ασφαλής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Klientel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη