Μετάφραση του "Klo" σε Ελληνικά

Οι τουαλέτα, αποχωρητήριο, μπάνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Klo" σε Ελληνικά.

Klo noun neuter γραμματική

Örtchen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Kloset [..]

    Wo ist das Klo?

    Πού είναι η τουαλέτα;

  • αποχωρητήριο

    noun neuter

    Ein Raum oder Gebäude, der oder das mit einer oder mehreren Toiletten ausgestattet ist.

    Du gehst auf der Straße, schläfst oder sitzt am Klo, und plötzlich bist du tot!

    Θα περπατάς στο δρόμο, θα κοιμάσαι, ή θα είσαι στο αποχωρητήριο και ξαφνικά θα βρεθείς νεκρός.

  • μπάνιο

    noun neuter

    Ein Raum oder Gebäude, der oder das mit einer oder mehreren Toiletten ausgestattet ist.

    Ich muss wirklich aufs Klo und der hier ist total verklemmt.

    Πρέπει να πάω στο μπάνιο κι αυτό έχει κολλήσει πολύ άσχημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόπατος
    • αφοδευτήριο
    • καμπινές
    • μέρος
    • λεκάνη
    • λουτρό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Klo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Klo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Klo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη