Μετάφραση του "Knüppel" σε Ελληνικά
Οι ρόπαλο, βέργα, λεβιέ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Knüppel" σε Ελληνικά.
Knüppel
noun
masculine
γραμματική
Kurzer schwerer Stock mit abgerundetem Kopf, der als Waffe benutzt wird.
-
ρόπαλο
noun neuterGot, ich schätze ich war zu beschäftigt damit, mit einem Knüppel ins Gesicht geschlagen zu werden.
Υποθέτω πως ήμουν απασχολημένος να με χτυπάνε στο κεφάλι με ρόπαλο.
-
βέργα
noun feminine -
λεβιέ
Mach dich mit dem Knüppel vertraut.
Νιώσε οικειότητα με το λεβιέ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ράβδος
- ραβδί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Knüppel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη