Μετάφραση του "Kohl" σε Ελληνικά

Οι λάχανο, λάχανα, μάπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kohl" σε Ελληνικά.

Kohl noun Proper noun Noun masculine γραμματική

Wirz (schweiz.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάχανο

    noun neuter

    Essbare Pflanze (Brassica oleracea) aus der der Gattung Kohl (Brassica) mit vielen Sorten.

    Als ich das letzte Mal Kohl für ihn gekocht habe, musste ich neu tapezieren!

    Την τελευταία φορά που έφαγε λάχανο εδώ, χρειάστηκε να βάλω νέα ταπετσαρία.

  • λάχανα

    noun

    Nein, ich habe einfach den Kohl verbrannt, den die Maden nicht mehr wollten.

    Όχι, απλά μαγείρεψα τα υπόλοιπα λάχανα που δεν άρεσαν στις κάμπιες μου.

  • μάπα

  • κράμβη

    noun feminine

    Essbare Pflanze (Brassica oleracea) aus der der Gattung Kohl (Brassica) mit vielen Sorten.

    den unverfälschten, charakteristischen Geruch des fermentierten Kohls;

    οσμή ξεκάθαρα αντιληπτή, χαρακτηριστική της κράμβης που έχει υποστεί ζύμωση,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kohl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kohl"

Φράσεις παρόμοιες με "Kohl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γαιάνθρακας · άνθρακας · άνθρακας _ κάρβουνο · γαιάνθρακας · κάρβουνο · λιθάνθρακας · ξυλάνθρακας · ξυλοκάρβουνο · παράς · πετροκάρβουνο · χρήματα
  • μαλλί · παραδάκι
  • ανθοκράμβη · κουνουπίδι
  • Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα
  • κράμβη · λάχανο
  • λάχανο Βρυξελλών
  • Χέλμουτ Κολ
  • αναμμένα κάρβουνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kohl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη