Μετάφραση του "Kompagnon" σε Ελληνικά

Οι συνέταιρος, σύντροφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kompagnon" σε Ελληνικά.

Kompagnon noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνέταιρος

  • σύντροφος

    noun m;f
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kompagnon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kompagnon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη