Μετάφραση του "Komplizenschaft" σε Ελληνικά

Οι συνενοχή, συνεργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Komplizenschaft" σε Ελληνικά.

Komplizenschaft noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνενοχή

    Das hat dir deine Komplizenschaft mit deiner Mutter eingebrockt.

    Η συνενοχή σου μαζί με την μητέρα σου απαιτούσε τουλάχιστον αυτό.

  • συνεργία

    noun

    Du redest über Komplizenschaft.

    Εδώ μιλάμε για συνεργία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Komplizenschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Komplizenschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη