Μετάφραση του "Konfession" σε Ελληνικά

Οι θρήσκευμα, δόγμα, Θρήσκευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Konfession" σε Ελληνικά.

Konfession noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρήσκευμα

    noun neuter

    In den Städten, wo jede Konfession ihren eigenen Friedhof hatte, war die Situation besonders kritisch.

    Στις πόλεις, όπου κάθε θρήσκευμα είχε το δικό του νεκροταφείο, αυτό το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα έντονο.

  • δόγμα

    noun neuter

    In einigen Fällen stehen neue Rechtsvorschriften zu den Konfessionen noch aus.

    Σε μερικές περιπτώσεις, εκκρεμεί ακόμα ηιοθέτηση νέας νομοθεσίας σχετικά με το θρησκευτικό δόγμα.

  • Θρήσκευμα

    Untergruppe innerhalb einer Religion, die sich in Lehre, Organisation oder Praxis von anderen Untergruppen unterscheidet

    Betrifft: Gesetz soll in Sri Lanka Wechsel der Konfession verbieten

    Θέμα: Νόμος κατά της αλλαγής θρησκεύματος στη Σρι Λάνκα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Konfession " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Konfession" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη