Μετάφραση του "Konflikt" σε Ελληνικά

Οι σύγκρουση, σύρραξη, διαμάχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Konflikt" σε Ελληνικά.

Konflikt noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύγκρουση

    noun feminine

    soziale Situation mit unvereinbaren Interessen, Zielsetzungen oder Wertvorstellungen von Akteuren

    Falls keine derartigen Konflikte bestehen, ist eine dementsprechende Erklärung abzugeben.

    Σε περίπτωση απουσίας τέτοιου είδους συγκρούσεων, υποβάλλεται σχετική δήλωση.

  • σύρραξη

    noun feminine

    Außerdem wird die Produktion durch den anhaltenden militärischen Konflikt behindert.

    Επιπλέον, η δραστηριότητα παραγωγής παρακωλύεται από τη στρατιωτική σύρραξη.

  • διαμάχη

    noun feminine

    Ich wusste nicht, dass es wegen eines Konflikts mit den Menschen war.

    Δεν κατάλαβα ότι ήταν λόγω μιας διαμάχης με τους ανθρώπους.

  • διένεξη

    noun feminine

    Der Konflikt mit dem Rat über die anzuwendende Rechtsgrundlage dauert an.

    H διένεξη με το Συμβούλιο, για τη νομική βάση που πρέπει να εφαρμοστεί, κρατεί καλά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Konflikt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Konflikt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Konflikt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη