Μετάφραση του "Konserve" σε Ελληνικά

Το κονσέρβα είναι η μετάφραση του "Konserve" σε Ελληνικά.

Konserve noun Noun feminine γραμματική

Eine verzinkte Blechbüchse, meist aus Blech, für konserviertes Essen wie zum Beispiel Früchte, Fleisch oder Fisch.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κονσέρβα

    noun

    Vor seiner Verarbeitung zu Pfirsichen in Konserven darf der Rohstoff gekühlt worden sein.

    Πριν από τη χρησιμοποίηση για την παρασκευή ροδακίνων σε κονσέρβα, η πρώτη ύλη μπορεί να έχει υποστεί ψύξη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Konserve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Konserve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κονσερβοποιημένα τρόφιμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Konserve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη