Μετάφραση του "Konsonanz" σε Ελληνικά

Το συνήχηση είναι η μετάφραση του "Konsonanz" σε Ελληνικά.

Konsonanz noun feminine

Reim, der die Konsonanten wiederholt währen die Vokale sich ändern.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνήχηση

    einfache Tonhöhenverhältnisse

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Konsonanz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Konsonanz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη