Μετάφραση του "Kopfweh" σε Ελληνικά
Οι πονοκέφαλος, κεφαλαλγία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kopfweh" σε Ελληνικά.
Kopfweh
noun
Noun
neuter
γραμματική
Zephalgie (fachsprachlich) [..]
-
πονοκέφαλος
noun masculineCephalgie [..]
Ich hab schon genug Kopfweh, weil der so'nen Quatsch erzählt.
Μ έπιασε ήδη πονοκέφαλος μ αυτά που λέει!
-
κεφαλαλγία
noun feminineEine Hypoglykämie kann einhergehen mit Teilnahmslosigkeit, Verwirrung, Herzklopfen, Kopfweh, Schwitzen und Erbrechen
Η υπογλυκαιμία μπορεί να συνδυάζεται με συμπτώματα όπως απάθεια, σύγχυση, αίσθημα παλμών, κεφαλαλγία, εφίδρωση και έμετο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Kopfweh " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη