Μετάφραση του "Koriander" σε Ελληνικά

Οι κορίανδρο, kορίανδρο, κόλιαντρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Koriander" σε Ελληνικά.

Koriander noun Noun masculine γραμματική

Der getrocknete Samen des Korianders (Coriandrum sativum), der ganz oder gemahlen als Gewürz verwendet wird. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορίανδρο

    noun neuter

    Gewürze: eine Mischung aus Muskatblüte, Pfeffer, Piment, Koriander und Gewürznelke;

    καρυκεύματα: μίγμα από περιβλήματα μοσχοκάρυδων, πιπέρι, πιπεριά, κορίανδρο, γαρύφαλλο·

  • kορίανδρο

  • κόλιαντρο

    noun neuter

    Kaltes Lammsandwich mit Koriander.

    Σάντουιτς με κρύο αρνάκι και κόλιαντρο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κολίανδρο
    • κολίανδρος
    • κόλιαντρος
    • κορίανδρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Koriander " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Koriander"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Koriander" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη