Μετάφραση του "Korvette" σε Ελληνικά
Οι κορβέττα, Κορβέττα, κορβέτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Korvette" σε Ελληνικά.
Korvette
noun
feminine
γραμματική
-
κορβέττα
noun feminine -
Κορβέττα
kleines Kriegsschiff
-
κορβέτα
Betrifft: Behinderung legaler Aktivitäten eines italienischen Schiffes durch eine türkische Korvette
Θέμα: Παρεμπόδιση νόμιμων δραστηριοτήτων ιταλικού πλοίου από τουρκική κορβέτα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Korvette " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη