Μετάφραση του "Kot" σε Ελληνικά

Οι κόπρανα, περίττωμα, λάσπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kot" σε Ελληνικά.

Kot noun Noun masculine γραμματική

Wurst (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόπρανα

    noun neuter

    von Menschen und Tieren ausgeschiedene feste Stoffwechselreste

    Die Schlachtkörper dürfen nicht sichtbar mit Kot kontaminiert sein.

    Τα σφάγια δεν επιτρέπεται να έχουν ορατή μόλυνση από κόπρανα.

  • περίττωμα

    noun neuter

    Für die Analyse kann der Kot gemischt werden, wobei mindestens zwei Kotmischproben hergestellt werden.

    Τα περιττώματα μπορούν να ομαδοποιηθούν για ανάλυση σε δύο ομάδες το ελάχιστο.

  • λάσπη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πηλός
    • βόρβορος
    • γύψος
    • κόπρος
    • περιττώματα
    • σκατά
    • βερβελιές
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη