Μετάφραση του "Kran" σε Ελληνικά

Οι γερανός, βρύση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kran" σε Ελληνικά.

Kran noun Noun masculine γραμματική

Kran (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γερανός

    noun masculine

    Einrichtung zur vertikalen und horizontalen Verladung von Lasten [..]

    Ich hatte mich schon gefragt, was der Kran da sollte.

    Αναρωτιόμουν για ποιο λόγο, είναι εκεί ο γερανός.

  • βρύση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kran " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kran"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kran" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη