Μετάφραση του "Krepp" σε Ελληνικά

Οι κρεπ, κρεπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Krepp" σε Ελληνικά.

Krepp noun Noun masculine feminine γραμματική

Gewebe mit welliger od. gekräuselter Oberfläche

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεπ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Krepp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

krepp
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεπ

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Krepp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη