Μετάφραση του "Kryptographie" σε Ελληνικά

Οι κρυπτογραφία, Κρυπτογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kryptographie" σε Ελληνικά.

Kryptographie noun Noun feminine γραμματική

Die Wissenschaft der Verschlüsselung von Informationen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρυπτογραφία

    noun feminine

    - Datensicherheit z. B. durch Kryptographie und elektronische Signatur

    - ασφάλεια δεδομένων όπως η κρυπτογραφία και οι ψηφιακές υπογραφές,

  • Κρυπτογραφία

    Wissenschaft der Verschlüsselung von Informationen

    Kryptographie, um die Zeit zu vertreiben.

    Κρυπτογραφία, για να περνάει η ώρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kryptographie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kryptographie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη