Μετάφραση του "Kupplung" σε Ελληνικά

Οι συμπλέκτης, αμπραγιάζ, Συμπλέκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kupplung" σε Ελληνικά.

Kupplung noun feminine γραμματική

Eisenbahn

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπλέκτης

    noun masculine

    Mir ist die Kupplung kaputtgegangen.

    Μου χάλασε ο συμπλέκτης.

  • αμπραγιάζ

    neuter

    Χρησιμοπιείται το ρήμα TRETEN.

    Sachte mit der Kupplung, so vermeidest du den Brandgeruch!

    'Ασε το αμπραγιάζ και θα πάψει να μυρίζει καμένο.

  • Συμπλέκτης

    Maschinenelement zur starren, elastischen, beweglichen oder lösbaren Verbindung zweier Wellen

    Mir ist die Kupplung kaputtgegangen.

    Μου χάλασε ο συμπλέκτης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζεύξη
    • ντεμπραγιάζ
    • σύνδεση
    • ζευκτήρας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kupplung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kupplung"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kupplung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη