Μετάφραση του "Lackierung" σε Ελληνικά
Οι βερνίκι, βερνίκωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lackierung" σε Ελληνικά.
Lackierung
Noun
γραμματική
-
βερνίκι
nounGenauer gesagt, so lange würde eine gute Lackierung halten.
Αν περαστεί καλά, τόσο διαρκεί ένα καλό βερνίκι.
-
βερνίκωμα
nounLackierung und Glasur von Metallen
Ελαιοχρωματισμός και βερνίκωμα μετάλλων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lackierung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη