Μετάφραση του "Lagern" σε Ελληνικά

Οι στρατοπέδευση, αποθηκεύω, εναποθηκεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lagern" σε Ελληνικά.

Lagern noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρατοπέδευση

    Das zeigen zum Beispiel die Anweisungen für das Aufstellen des Lagers bei ihrer Wanderung durch die Wildnis Sinai.

    Σκεφτείτε απλώς τις διευθετήσεις για στρατοπέδευση κατά την παραμονή τους στην έρημο του Σινά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lagern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lagern verb γραμματική

nicht wegwerfen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποθηκεύω

    verb feminine

    Von jedem guten Jahrgang lagere ich 100 Flaschen ein.

    Από κάθε καλή σοδειά, αποθηκεύω από 100 φιάλες.

  • εναποθηκεύω

  • κατασκηνώνω

    Verb verb
  • στρατοπεδεύω

    Verb

    Das Volk lagert bzw. zieht weiter „auf den Befehl Jehovas hin“.

    Ο λαός στρατοπεδεύει ή ξεκινάει ‘κατά την προσταγή του Ιεχωβά’.

Φράσεις παρόμοιες με "Lagern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τριβείς
  • δημόσιο απόθεμα
  • ιδιωτικό απόθεμα
  • αποθηκευτικός
  • Ρουλεμάν · έδρανο · αποθήκη · απόθεμα · εργοτάξιο · κατασκήνωση · καταυλισμός · κοίτασμα · κουζινέτο · ρουλεμάν · ρουλμάν · σταθμός · στρατόπεδο · υπέρεισμα · υποδοχή · υπόβαθρο · υπόστρωμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lagern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη