Μετάφραση του "Laktose" σε Ελληνικά

Οι λακτόζη, γαλακτοσάκχαρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Laktose" σε Ελληνικά.

Laktose noun Noun feminine γραμματική

Der in Milch und Milchprodukte enthaltene Zucker.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λακτόζη

    noun feminine

    Ich lehne den Konsum boviner Laktose jeglicher Temperatur ab.

    Θα προτιμούσα να μην καταναλώσω βοδινή λακτόζη σε οποιαδήποτε θερμοκρασία.

  • γαλακτοσάκχαρο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Laktose " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Laktose" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη