Μετάφραση του "Langlebigkeit" σε Ελληνικά

Οι μακροζωία, μακροημέρευση, μακροβιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Langlebigkeit" σε Ελληνικά.

Langlebigkeit noun Noun feminine γραμματική

Perennität (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακροζωία

    noun feminine

    Das wird auch durch die Langlebigkeit der Menschen von damals bezeugt.

    Αυτό επιβεβαιώνεται από τη μακροζωία των ανθρώπων τότε.

  • μακροημέρευση

    noun feminine
  • μακροβιότητα

    noun feminine

    Allerdings stellt sich die Frage nach der Langlebigkeit dieser Arbeitsplätze.

    Ωστόσο υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη μακροβιότητα αυτών των θέσεων εργασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Langlebigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

langlebigkeit
+ Προσθήκη

"langlebigkeit" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το langlebigkeit στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Langlebigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη