Μετάφραση του "Laptop" σε Ελληνικά

Οι φορητός υπολογιστής, φορητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Laptop" σε Ελληνικά.

Laptop noun masculine γραμματική

Schlepptop (derb) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φορητός υπολογιστής

    noun masculine

    Ein tragbarer Computer, der klein und leicht genug ist, um ihn auf den Knien zu benutzen. [..]

    Sie hatte ihren Laptop den ganzen Tag über eingeschaltet.

    Ο φορητός υπολογιστής της ήταν ανοιχτός όλη την ημέρα.

  • φορητός

    noun masculine

    Laptopcomputer [..]

    Und mein Laptop läuft langsamer, weniger zuverlässig und weniger angenehm als jemals zuvor.

    Και ο φορητός μου τρέχει πιο αργά, λιγότερο αξιόπιστα και λιγότερο ευχάριστα από το παρελθόν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Laptop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Laptop"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Laptop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη