Μετάφραση του "Laufen" σε Ελληνικά
Οι τρέξιμο, περπάτημα, τρεχάλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Laufen" σε Ελληνικά.
eines Verfahrens
-
τρέξιμο
δραστηριότητα ή άθλημα όπου κάποιος μετακινείται με τα πόδια να αφήνουν το έδαφος
Wir wollten uns vor der Arbeit für einen Lauf treffen.
Υποτίθεται ότι θα συναντιόμασταν, να πάμε για τρέξιμο πριν από τη δουλειά.
-
περπάτημα
nounIch wusste gar nicht, dass Laufen so schwer sein kann.
Ποιός φανταζόταν πως το περπάτημα μπορούσε να είναι τόσο δύσκολο.
-
τρεχάλα
-
βάδισμα
Da der Fußrist nicht vom Schuh umschlossen wird, hebt sich die Ferse beim Laufen von der Schuhsohle.
Επειδή το οπίσθιο τμήμα του ποδός δεν καλύπτεται από το υπόδημα, ο αστράγαλος ανυψώνεται από το πέλμα κατά το βάδισμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Laufen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
laufen (umgangssprachlich) [..]
-
τρέχω
verbΜετακινούμαι γρήγορα εναλλάσσοντας γρήγορα πηδήματα με το ένα και το άλλο πόδι.
Ein Hund läuft schneller als ein Mensch.
Ο σκύλος τρέχει πιο γρήγορα από τον άνθρωπο.
-
περπατώ
verbWas immer das ist, es läuft auf dem Fußballen.
Ό, τι και να'ναι, περπατάει με την κορφή της πατούσας του.
-
βαδίζω
verbDas ist der Grund dafür, dass er nicht läuft, wenn er alleine ist.
Και έτσι, όταν μένει μόνος, αποφεύγει να βαδίζει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περιπατώ
- δουλεύω
- ισχύω
- κάνω
- κινούμαι
- λειτουργώ
- πάω
- παίζω
- πηγαίνω
- προχωρώ
- περπατάω-ώ
- περπατάω
- πετώ
Εικόνες με "Laufen"
Φράσεις παρόμοιες με "Laufen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνεχής · τρέχων · τρεχάτος
-
χιονοδρομώ
-
πατινάζ
-
κάνω παγοδρομία · παγοδρομώ
-
δίνω διέξοδο στα αισθήματά μου
-
δε πάει πάντα καλά · δε πάνε όλα ρόδινα
-
τα πράγματα πάνε άσχημα
-
κάνω ζιγκ-ζαγκ