Μετάφραση του "Lauterkeit" σε Ελληνικά

Οι εντιμότητα, τιμιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lauterkeit" σε Ελληνικά.

Lauterkeit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντιμότητα

    - Schutz des Verbrauchers und Lauterkeit des Handelsverkehrs

    Προστασία των καταναλωτών και εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών

  • τιμιότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lauterkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lauterkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη