Μετάφραση του "Lebensgemeinschaft" σε Ελληνικά
Οι Συνειδητή κοινότητα, βιοκοινότητα, γάμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lebensgemeinschaft" σε Ελληνικά.
Lebensgemeinschaft
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
Συνειδητή κοινότητα
Kommune oder andere geplante Form des Zusammenlebens
-
βιοκοινότητα
-
γάμος
nounWeil die christliche Ehe eine dauernde Lebensgemeinschaft ist.
Είναι το γεγονός ότι ένας εισέρχεται σε ένα διαρκή συνεταιρισμό όταν δέχεται τους δεσμούς του Χριστιανικού γάμου.
-
συμβίωση
Er habe daraufhin gegenüber den Behörden erklärt, die Lebensgemeinschaft wiederherstellen zu wollen.
Κατόπιν αυτού γνωστοποίησε στις αρχές ότι επιθυμούσε να αρχίσει εκ νέου την έγγαμη συμβίωση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lebensgemeinschaft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Lebensgemeinschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκατοίκηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη